Σήμερα θα δούμε δύο βασικά εργαλεία που είναι χρήσιμα για κάθε trader και επενδυτή — ανεξάρτητα από τη στρατηγική που ακολουθεί, πώς αντιμετωπίζει τον κίνδυνο ή πόσο καιρό κρατά ανοιχτές τις θέσεις του. Πρόκειται για το stop-loss και το take-profit: δύο αυτοματοποιημένα εργαλεία που βοηθούν να κλείνουμε μια συναλλαγή την κατάλληλη στιγμή.
Το stop-loss και το take-profit είναι εντολές που δίνει ο trader στον μεσίτη (broker) από την αρχή, όταν ανοίγει μια συναλλαγή. Συνήθως τις ορίζει μαζί με τα βασικά στοιχεία της εντολής, δηλαδή ποιο προϊόν θέλει να αγοράσει ή να πουλήσει και σε τι ποσότητα.
Μέσα σε αυτές τις εντολές καθορίζει και τα όρια στα οποία θέλει να σταματήσει η συναλλαγή — είτε αν η τιμή πέσει είτε αν ανέβει. Αν η τιμή φτάσει σε κάποιο από αυτά τα όρια, η αγορά ή η πώληση γίνεται αυτόματα.
Το βασικό πλεονέκτημα είναι ότι ο trader ή ο επενδυτής ξέρει από την αρχή πόσο είναι διατεθειμένος να χάσει ή να κερδίσει. Έτσι, δεν χρειάζεται να παρακολουθεί συνέχεια την τιμή. Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, η εντολή εκτελείται από μόνη της, «κλειδώνοντας» είτε το κέρδος είτε τη ζημιά.
Το stop-loss είναι μια εντολή που μας επιτρέπει να περιορίσουμε τις ζημιές σε μια συναλλαγή — δηλαδή να «σταματήσουμε τις απώλειες».
Πώς λειτουργεί:
Όταν κάποιος αγοράζει ένα προϊόν με την προσδοκία ότι η τιμή του θα ανέβει (δηλαδή κάνει συναλλαγή τύπου long), δεν θέλει να χάσει πολλά χρήματα αν τελικά η τιμή αρχίσει να πέφτει. Για αυτόν τον λόγο ορίζει ένα κατώτατο όριο, λίγο κάτω από την τρέχουσα τιμή. Αν η τιμή πέσει μέχρι εκεί, το προϊόν πωλείται αυτόματα, χωρίς να περιμένει κι άλλη πτώση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να κλείσει τη θέση του χειροκίνητα. Το stop-loss λειτουργεί απλώς σαν δίχτυ ασφαλείας, για την περίπτωση που ο trader δεν παρακολουθεί την αγορά και η τιμή πέσει απότομα.
Παράδειγμα:
Έχετε μετοχές που σήμερα κοστίζουν 100 ευρώ. Περιμένετε ότι θα ανέβουν, αλλά είστε διατεθειμένοι να δεχτείτε ζημιά μέχρι 5%. Σε αυτή την περίπτωση, ορίζετε το stop-loss στα 95 ευρώ.
Αντίστροφα, όταν κάνετε short (δηλαδή ποντάρετε ότι η τιμή θα πέσει), το stop-loss τοποθετείται πάνω από την τρέχουσα τιμή. Αν για τις ίδιες μετοχές περιμένετε πτώση αλλά είστε διατεθειμένοι να χάσετε έως 5%, τότε βάζετε το όριο στα 105 ευρώ.
Το take-profit είναι μια εντολή που μας επιτρέπει να κλείσουμε αυτόματα μια συναλλαγή όταν φτάσει στο επιθυμητό μας κέρδος. Δεν σημαίνει ότι πετυχαίνουμε το μέγιστο δυνατό κέρδος, αλλά μας βοηθά να βγούμε από τη συναλλαγή την κατάλληλη στιγμή, με ικανοποιητικό αποτέλεσμα.
Όταν αγοράζουμε κάτι περιμένοντας ότι η τιμή του θα ανέβει (δηλαδή κάνουμε long συναλλαγή), το take-profit τοποθετείται πάνω από την τρέχουσα τιμή. Για παράδειγμα: η τιμή μιας μετοχής ανεβαίνει, αλλά μπορεί αυτή η άνοδος να μην κρατήσει πολύ. Αντί να προσπαθείτε να «πιάσετε» το υψηλότερο σημείο, αποφασίζετε από πριν ότι θα ικανοποιηθείτε με ένα μικρό αλλά σίγουρο κέρδος — π.χ. 10%. Αν η μετοχή σήμερα κοστίζει 100 ευρώ, το take-profit τοποθετείται στα 110 ευρώ.
Όταν ποντάρετε ότι η τιμή θα πέσει (δηλαδή κάνετε short συναλλαγή), το take-profit τοποθετείται κάτω από την τρέχουσα τιμή, με την προσδοκία ότι θα συνεχίσει η πτώση. Όταν φτάσει στο όριο που έχετε επιλέξει, η συναλλαγή κλείνει αυτόματα με το αντίστοιχο κέρδος.
Στη θεωρία, το stop-loss και το take-profit φαίνονται απλά: βάζεις ένα όριο για να σταματήσεις τη ζημιά ή για να πάρεις το κέρδος και η συναλλαγή κλείνει αυτόματα. Όμως στην πράξη, τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρα. Ένας αρχάριος trader μπορεί να συναντήσει μερικά προβλήματα.
Ας πούμε ότι αγοράζετε μετοχές και περιμένετε άνοδο. Ορίζετε ένα όριο κέρδους (take-profit), αλλά η τιμή ανεβαίνει λιγότερο από όσο περιμένατε και μετά πέφτει ξαφνικά. Το αποτέλεσμα; Δεν πήρατε το κέρδος και καταλήξατε με ζημιά.
Η λύση: χρησιμοποιήστε και τα δύο όρια — και για το κέρδος και για τη ζημιά. Έτσι η συναλλαγή θα κλείσει αυτόματα είτε με κέρδος είτε με μικρή ζημιά, ανάλογα με το πώς θα κινηθεί η αγορά.
Μερικές φορές, η τιμή πέφτει απότομα για λίγα δευτερόλεπτα και αμέσως μετά ανεβαίνει ξανά. Αν είχατε βάλει stop-loss, μπορεί να ενεργοποιήθηκε σε αυτή τη σύντομη πτώση και να έκλεισε τη συναλλαγή σας με ζημιά, ενώ η αγορά τελικά συνέχισε να ανεβαίνει. Αυτό συμβαίνει συχνά όταν κινούνται μεγάλα ποσά στην αγορά. Δεν υπάρχει τέλεια λύση, αλλά μπορείτε να επιλέγετε πιο προσεκτικά τα σημεία που βάζετε τις εντολές σας.
Κάποιες φορές, η τιμή αλλάζει τόσο απότομα που προσπερνά το όριο που είχατε βάλει. Για παράδειγμα, θέλετε να πουλήσετε μετοχές στα 105 ευρώ, αλλά η τιμή πέφτει κατευθείαν από τα 107 στα 102. Η συναλλαγή κλείνει στα 102, και η ζημιά είναι μεγαλύτερη από αυτή που είχατε υπολογίσει.
Αυτό λέγεται ολίσθηση και είναι φυσιολογικό να συμβεί όταν η αγορά κινείται πολύ γρήγορα.
Το take-profit και το stop-loss προστίθενται όταν δημιουργείτε μια συναλλαγή μέσα από την πλατφόρμα. Υπάρχουν ειδικά πεδία για να ορίσετε την απόσταση από την τρέχουσα τιμή — δηλαδή πόσο «πάνω» ή «κάτω» θέλετε να ενεργοποιηθεί η κάθε εντολή.
Ένα από τα πιο συνηθισμένα ερωτήματα είναι: «Πώς ξέρω πού να τα βάλω;»
Η πιο απλή και ασφαλής πρόταση είναι η εξής:
Αυτό το σκεπτικό βοηθά στο να καλύπτονται με ένα κερδισμένο trade, πολλές μικρές ζημιές. Άλλες συχνές αναλογίες: 2:1 ή 1:1.
Υπάρχουν αρκετοί τρόποι για να αποφασίσετε πού θα βάλετε take-profit και stop-loss. Δείτε τους πιο απλούς:
1. Με ποσοστά (%)
2. Με επίπεδα στήριξης και αντίστασης
Αυτά είναι "γραμμές" στο γράφημα που συχνά λειτουργούν σαν όρια για την τιμή.
3. Με βάση τον κινητό μέσο όρο
Ο κινητός μέσος όρος (moving average) δείχνει τη γενική κατεύθυνση της τιμής.
4. Με βάση το γράφημα κηροπηγίων (candlestick chart)
Αυτός ο τύπος γραφήματος δείχνει πολλές πληροφορίες, όπως τιμή ανοίγματος, κλεισίματος, μέγιστο και ελάχιστο.
Σημείωση: Το candlestick chart είναι πιο προχωρημένο θέμα, οπότε δεν το αναλύουμε εδώ.
Το stop-loss και το take-profit είναι απλά και χρήσιμα εργαλεία, που βοηθούν να ελέγχει κανείς καλύτερα τα κέρδη του και — το σημαντικότερο — να περιορίζει τις ζημίες του.