Πώς υπολογίζεται η μεταβλητότητα
Πώς να διαχειριστείτε τη μεταβλητότητα της αγοράς
Η μεταβλητότητα είναι μια σημαντική παράμετρος στις συναλλαγές, καθώς επηρεάζει άμεσα τη στρατηγική σας και την πιθανή σας απόδοση. Σε αυτόν τον αναλυτικό οδηγό για τη μεταβλητότητα, θα εξετάσουμε τους βασικούς τύπους της, πώς υπολογίζεται και πώς μπορείτε να διαχειριστείτε τη μεταβλητότητα της αγοράς.
Η μεταβλητότητα είναι η μεταβολή των τιμών ενός περιουσιακού στοιχείου, εκφρασμένη ως ποσοστό σε σχέση με προηγούμενες τιμές μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Με απλά λόγια, η μεταβλητότητα στις αγορές μετρά το πόσο αλλάζει και πόσο σταθερή ή ασταθής είναι η αξία μετοχών, νομισμάτων, ομολόγων κ.λ.π. Υψηλή μεταβλητότητα σημαίνει έντονες διακυμάνσεις στις τιμές, ενώ χαμηλή μεταβλητότητα σημαίνει μικρές μεταβολές και μεγαλύτερη σταθερότητα.
Η μεταβλητότητα δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή — αποτελεί απλώς ένα φυσικό χαρακτηριστικό των αγορών.
Η μεταβλητότητα συνδέεται άμεσα με την αβεβαιότητα και τον κίνδυνο. Όταν είναι υψηλή, η αξία ενός τίτλου ή ενός νομίσματος παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις μέσα σε ένα ευρύ εύρος τιμών. Όταν είναι χαμηλή, οι μεταβολές των τιμών είναι περιορισμένες.
Η μεταβλητότητα συχνά επηρεάζεται από ειδήσεις ή από γενικότερη αστάθεια στην αγορά, όταν η δραστηριότητα μεταξύ αγοραστών και πωλητών εντείνεται.
Οι διακυμάνσεις των τιμών μετρώνται ως ποσοστό, τόσο σε ημερήσια βάση όσο και σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Οι μεταβολές του παρελθόντος βασίζονται σε ιστορικές τιμές, συχνά σε σημαντικά υψηλά και χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, δεν έχει τόση σημασία πόσο ψηλά ή χαμηλά έφτασε η τιμή, αλλά πόσο μεταβλήθηκε σε ποσοστιαία βάση.
Η διακύμανση (variance) δείχνει πόσο «απλωμένες» είναι συνολικά οι αποδόσεις ενός περιουσιακού στοιχείου. Οι διακυμάνσεις των τιμών επικεντρώνονται σε αυτή τη μεταβολή μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όπως μία ημέρα, μία εβδομάδα, ένας μήνας ή ένα έτος.
Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι μεταβλητότητας: η αναμενόμενη (implied) και η ιστορική.
Η αναμενόμενη μεταβλητότητα βασίζεται στις πρόσφατες τιμές ενός περιουσιακού στοιχείου και εκτιμά πόσο ενδέχεται να μεταβληθούν οι τιμές στο άμεσο μέλλον. Για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η τρέχουσα τιμή στην αγορά, τα μοντέλα αποτίμησης και άλλα μαθηματικά δεδομένα.
Όλα αυτά συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας εκτίμησης για τη μελλοντική πορεία των τιμών.
Η ιστορική μεταβλητότητα είναι ένας δείκτης που βασίζεται συνήθως στα δεδομένα των τελευταίων 30, 60 ή 90 ημερών. Για τον υπολογισμό της χρησιμοποιούνται στατιστικά στοιχεία τιμών, όπως η τυπική απόκλιση, καθώς και τα μέγιστα και ελάχιστα επίπεδα τιμών μέσα σε μια συγκεκριμένη περίοδο.
Οι ιστορικές διακυμάνσεις μπορούν να ετησιοποιηθούν με τη χρήση κατάλληλου τύπου. Ωστόσο, δεν παρέχουν πληροφορίες για μελλοντικές μεταβολές, αλλά αποτυπώνουν μόνο όσα έχουν συμβεί στο παρελθόν.
Η ιστορική μεταβλητότητα χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση του κινδύνου ενός περιουσιακού στοιχείου, για τη σύγκριση διαφορετικών επενδύσεων και για τον υπολογισμό της ετησιοποιημένης μεταβλητότητας.
Η μεταβλητότητα υπολογίζεται με βάση τη διακύμανση (variance) και την τυπική απόκλιση (standard deviation). Η τυπική απόκλιση είναι η τετραγωνική ρίζα της διακύμανσης.
Επειδή η μεταβλητότητα μετρά τις μεταβολές σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η τυπική απόκλιση πολλαπλασιάζεται με την τετραγωνική ρίζα του αριθμού των περιόδων.
Volatility = σ√T
όπου:
Ας υποθέσουμε δύο μετοχές, τη Μετοχή A και τη Μετοχή B, που και οι δύο αυξήθηκαν κατά 10% μέσα σε ένα έτος. Παρόλο που φαίνονται παρόμοιες, οι ημερήσιες κινήσεις των τιμών τους είναι αρκετά διαφορετικές.
Παρόλο που και οι δύο μετοχές κατέγραψαν την ίδια συνολική απόδοση, η Μετοχή B είναι σαφώς πιο μεταβλητή.
Για να υπολογίσουμε τη μεταβλητότητα, εξετάζουμε την τυπική απόκλιση.
Τυπική Απόκλιση: Η Μετοχή A έχει τυπική απόκλιση 0,075%, ενώ η Μετοχή B έχει 0,45%. Αυτό σημαίνει ότι η Μετοχή B παρουσιάζει μεγαλύτερες ημερήσιες διακυμάνσεις.
Ετήσια Μεταβλητότητα: Για τον υπολογισμό της, πολλαπλασιάζουμε την τυπική απόκλιση με την τετραγωνική ρίζα του αριθμού των ημερών διαπραγμάτευσης σε ένα έτος (περίπου 250).
Αυτό δείχνει ότι, παρόλο που και οι δύο μετοχές είχαν απόδοση 10% μέσα στο έτος, η Μετοχή B είναι πιο επικίνδυνη λόγω των μεγαλύτερων διακυμάνσεων στην τιμή της.
Ημερήσια Μεταβλητότητα = √Διακύμανσης
Ετήσια Μεταβλητότητα = √252 × √Διακύμανσης
Υπάρχει επίσης και ένας εναλλακτικός τρόπος υπολογισμού της μεταβλητότητας, βήμα προς βήμα:
Θέλουμε να υπολογίσουμε τη μεταβλητότητα της μετοχής της ABC Corp. για τις τελευταίες τέσσερις ημέρες. Οι τιμές είναι οι εξής:
Για να υπολογίσουμε τη μεταβλητότητα:
Υπολογίζουμε τη μέση τιμή: (15 + 17 + 14 + 18) / 4 = 16
Υπολογίζουμε τη διαφορά κάθε τιμής από τη μέση τιμή:
Υψώνουμε στο τετράγωνο τις διαφορές:
Αθροίζουμε τα αποτελέσματα:
1 + 1 + 4 + 4 = 10
Υπολογίζουμε τη διακύμανση:
Διακύμανση = 10 / 4 = 2,5
Υπολογίζουμε την τυπική απόκλιση:
Τυπική απόκλιση (περίπου) = 1,58
Η τυπική απόκλιση δείχνει ότι η τιμή της μετοχής της ABC Corp. αποκλίνει συνήθως από τη μέση τιμή της κατά περίπου $1,58.
Το Beta (β) είναι ένας δείκτης που μετρά πόσο μεταβάλλεται η τιμή μιας μετοχής σε σχέση με τη συνολική αγορά. Δείχνει πόσο αλλάζει η αξία της μετοχής για κάθε μεταβολή 1% στην αγορά, συνήθως σε σύγκριση με τον δείκτη S&P 500.
Για παράδειγμα, μια μετοχή με beta 1,1 θα μεταβληθεί κατά 110% για κάθε κίνηση 100% του S&P 500. Αντίστοιχα, μια μετοχή με beta 0,9 θα μεταβληθεί κατά 90% για κάθε κίνηση 100% του δείκτη.
Ένας ακόμη τρόπος μέτρησης της μεταβλητότητας είναι ο δείκτης VIX (Volatility Index).
Ο VIX, γνωστός και ως δείκτης μεταβλητότητας της Cboe, δημιουργήθηκε ως μέτρο της αναμενόμενης μεταβλητότητας για τις επόμενες 30 ημέρες στην αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά. Υπολογίζεται με βάση δεδομένα σε πραγματικό χρόνο από δικαιώματα προαίρεσης (options) του δείκτη S&P 500.
Οι επενδυτές και οι traders χρησιμοποιούν τον VIX ως ένδειξη κινδύνου ή σταθερότητας στην αγορά. Υψηλές τιμές του δείκτη υποδηλώνουν αυξημένη μεταβλητότητα και μεγαλύτερο κίνδυνο, ενώ χαμηλές τιμές δείχνουν πιο ήρεμη αγορά.
Η μεταβλητότητα δεν είναι τόσο τρομακτική όσο φαίνεται. Αντίθετα, αν δραστηριοποιείστε στις αγορές, μπορεί να λειτουργήσει υπέρ σας, καθώς τα κέρδη προκύπτουν μέσα από τις διακυμάνσεις των τιμών. Χωρίς μεταβολές στις τιμές, δεν υπάρχουν ευκαιρίες για κέρδος.
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να διαχειριστείτε τη μεταβλητότητα και να επωφεληθείτε από αυτήν, τους οποίους θα δούμε παρακάτω.
Αν επενδύετε μακροπρόθεσμα, θα πρέπει να είστε προετοιμασμένοι για τη μεταβλητότητα. Οι αγορές δεν είναι ποτέ απόλυτα σταθερές και θα χρειαστεί να διαχειριστείτε συναισθήματα όπως ο φόβος και η απληστία.
Είναι επίσης σημαντικό τα χρήματα που επενδύετε να είναι κεφάλαια που δεν θα χρειαστείτε άμεσα, αλλά μπορείτε να αφήσετε για κάποιο χρονικό διάστημα ή και για χρόνια. Θα υπάρξουν περίοδοι όπου το χαρτοφυλάκιό σας θα παρουσιάζει απώλειες (drawdown) και αν αποσύρετε χρήματα εκείνη τη στιγμή, είναι πιθανό να «κλειδώσετε» αυτές τις απώλειες.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η υπομονή κατά τη βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα είναι συχνά η καλύτερη επιλογή.
Μπορείτε να αξιοποιήσετε τις διακυμάνσεις της αγοράς αγοράζοντας περισσότερες μετοχές σε χαμηλότερες τιμές. Ωστόσο, υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: πρόκειται για μετοχές που έχουν δείξει σταθερή ανάπτυξη σε βάθος χρόνου και η πτώση τους δεν αποτελεί μόνιμη τάση αλλά προσωρινή διόρθωση.
Είναι σημαντικό να έχετε κάνει προσεκτική ανάλυση και να έχετε εμπιστοσύνη στις προοπτικές του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου. Με αυτές τις προϋποθέσεις, μπορείτε να αυξήσετε τη θέση σας όταν οι τιμές πέφτουν. Παράλληλα, χρειάζεται προσοχή, ιδιαίτερα αν η πτώση συνεχίζεται.
Αυτό είναι σημαντικό όχι μόνο για επενδυτές, αλλά για όλους — και ιδιαίτερα για όσους βασίζονται στις επενδύσεις ως κύρια πηγή εισοδήματος. Είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα «μαξιλάρι ασφαλείας» σε περίπτωση πτώσης της αγοράς ή μιας περιόδου με αρνητικά αποτελέσματα.
Ακόμη και οι έμπειροι επενδυτές αντιμετωπίζουν τέτοιες φάσεις. Για να μπορείτε να διαχειρίζεστε τις καταστάσεις με ψυχραιμία, είναι σημαντικό να έχετε εξασφαλίσει τα βασικά σας έξοδα. Συνήθως, αυτό σημαίνει αποθεματικό που καλύπτει 3 έως 6 μήνες διαβίωσης χωρίς αλλαγή στον τρόπο ζωής σας.
Όσο μεγαλώνετε, τόσο πιο σημαντικό γίνεται να αυξάνετε αυτό το αποθεματικό. Δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι μόνο μετρητά — μπορεί να περιλαμβάνει και πιο σταθερές επιλογές, όπως ομόλογα, πολύτιμα μέταλλα ή χαμηλού κινδύνου επενδυτικά προϊόντα.
Η αναπροσαρμογή χαρτοφυλακίου (rebalancing) σημαίνει επαναφορά της αρχικής κατανομής των επενδύσεών σας. Για παράδειγμα, αν το χαρτοφυλάκιό σας αποτελείται αρχικά από 30% στη Μετοχή A και 70% στη Μετοχή B, αλλά η Μετοχή A αυξηθεί και φτάσει το 35%, τότε η κατανομή έχει αλλάξει.
Για να διατηρήσετε ένα πιο ισορροπημένο και ελεγχόμενο επίπεδο κινδύνου, μπορεί να χρειαστεί να αυξήσετε τη θέση σας στη Μετοχή B ώστε να επανέλθει στο 70%.
Η αναπροσαρμογή γίνεται για να διατηρείται το αρχικό επίπεδο κινδύνου. Στο παραπάνω παράδειγμα, αν η Μετοχή A είναι πιο μεταβλητή, η αύξηση της συμμετοχής της στο χαρτοφυλάκιο αυξάνει και τον συνολικό κίνδυνο. Επομένως, για να επανέλθετε στο επιθυμητό επίπεδο, χρειάζεται να προσαρμόσετε εκ νέου τις θέσεις σας.
Σε αυτόν τον αναλυτικό οδηγό, καλύψαμε όλα τα βασικά σημεία σχετικά με τη μεταβλητότητα. Η μεταβλητότητα μπορεί να λειτουργήσει είτε υπέρ σας είτε εις βάρος σας.
Ο στόχος σας στις αγορές είναι να την αξιοποιείτε προς όφελός σας ή, τουλάχιστον, να μην οδηγεί σε σημαντικές οικονομικές απώλειες. Ελπίζουμε ότι αυτό το άρθρο θα σας βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.